17.5.13

comment burnout


Scott Swiecki
Καμιά φορά νιώθω ότι το ίντερνετ και τα σόσιαλ μίντια ειδικά είναι μια θάλασσα που κολυμπάω, μόνη κι ας νομίζω ότι βλέπω φιγούρες ανθρώπων γύρω μου. Κανείς δε μου κρατά το χέρι. Το κύμα με σπρώχνει απόδω, με πάει απόκει και φέρνει ό,τι σαβούρα να΄ναι στα μούτρα μου. Θησαυρούς δε φέρνει. (Οι θησαυροί είναι στο βάθος, στον πυθμένα. Πρέπει να βουτήξεις κατακόρυφα και να ψαχουλέψεις στα σκοτεινά.)

Κάποιες φορές είμαι τυχερή στη βουτιά στον πυθμένα. Βρίσκω άρθρα διαμάντια.

Συχνότερα όμως αφήνομαι στο κύμα (γιατί είμαι κουρασμένη, πιεσμένη, αγχωμένη, βαρυεστημένη) και έτσι πλέω σε απέραντα πελάγη, διασχίζω αμέτρητες ιστοσελίδες αλλά συναντώ μπροστά μου μόνο σαβούρα.

Σχεδόν κάθε σχόλιο σε κάθε ελληνικό άρθρο που έχω διαβάσει τελευταία είναι ένδειξη μιας α π ί σ τ ε υ τ η ς έλλειψης ικανότητας κριτικής ανάγνωσης. Όχι ότι εγώ είμαι άριστη σ'αυτό. Έχω ειρωνευτεί, έχω σαρκάσει  - αλλά ρε γαμώτο προσπαθώ να διακρίνω το ζουμί του άρθρου. Έχει τύχει να ενοχληθώ τόσο πολύ από σχόλια σε άρθρα που μπήκα στον πειρασμό να κόψω το ίντερνετ. (Ή τις φλέβες μου.) Και όχι γιατί είμαι αντίθετη σε ότι λένε, αλλά γιατί είναι καταφανές ότι δε διάβασαν το άρθρο παρά έμειναν στις φωτογραφίες ή κόλλησαν με μια φράση ασχέτως συμφραζομένων. Και ούτω καθεξής. Συμβαίνει σε κανέναν άλλο αυτό ή είμαι η μόνη που μου ανεβαίνει η πίεση;

16.3.13

η πόλη μου

Η πόλη μου έχει μόνο ευθείες, σα μαχαίρια 

 Η πόλη μου έχει γωνίες που κόβουν και ματώνουν οι καρδιές

Η πόλη μου έχει τετράγωνα κουτιά αντί για ζωές


Έχω καιρό να κάτσω για να γράψω. Έπλενα πιάτα σήμερα (κλασική στιγμή διαλογισμού) και, ενώ το νερό κυλούσε ζεστό στα χέρια μου, εγώ σκεφτόμουν ιδέες για ιστορίες, χαρακτήρες μυθιστορηματικούς, σκέψεις, φράσεις. Ένα στρίμωγμα, μια θύελλα στο κεφάλι μου που εντείνεται καθώς δεν κάθομαι να γράψω, να τα εκτονώσω, να τα κάνω να πάρουν ανάσα, δεν έχω χρόνο ή όρεξη ή κάτι, ας το εξηγήσει κάποιος. Στο δρόμο όμως, τρέχοντας για το ένα ή το άλλο, *ενώ κάνοντας άλλα*, έρχονται εικόνες αγκαζέ με φράσεις και στήνουν τις δικές τους αφηγήσεις με το έτσι θέλω. 

Και για να τελείωσω κάπως αισιόδοξα: 


στην πόλη μου τα σύννεφα σχηματίζουν καρδιές πάνω από τις ζωές μας 

φτάνει μόνο να κοιτάξεις

1.3.13

spring



Πάντα στην αρχή της άνοιξης μού βγαίνει ένα ουφ ανακούφισης.
Ένα "ουφ, βγάλαμε το χειμώνα" με τα κρύα και τη θέρμανση και τα χαλιά παντού και το σφίξιμο όταν φτάνει ο λογαριασμός του αερίου.

Είναι πάντα σα να κρατάω την αναπνοή μου για μία ολόκληρη εποχή. 

Τώρα δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο, στο ηλιόλουστο μπαλκόνι, επιτέλους εκπνέω.

Καλό μήνα.

19.1.13

saturday night


every saturday
night i stay at home i grow
-just this tiny bit-
fainter

i worry
one night i will disappear
into 

n
o
t
h

n
g
 n
 e
 s
 s

15.1.13

the procedure

Havard Storvestre
 Αυτός ο γιατρός, είπανε, μπορεί να στο αφαιρέσει.
Δεν άντεχε άλλο. Οι μνήμες, οι ενοχές, οι εφιάλτες ήταν ανυπόφοροι. Πήρε τηλέφωνο και έκλεισε ραντεβού.
Έστριψε κατά τις 8 το επόμενο βράδυ στο δρόμο του. Ήταν πια νύχτα και είχε βρέξει. Πίσω της άφησε τον ήχο των λάστιχων στη βρεγμένη λεωφόρο, τα κορναρίσματα και τη βαβούρα της πόλης. Το στενό ήταν ήσυχο. Κίτρινο φως έπεφτε από τις λάμπες του δρόμου βαθαίνοντας τις σκιές. Έφτασε στο 17. Χτύπησε.
Πέρασε σε ένα χωλ με δυο ξύλινες, άβολες καρέκλες. Η γραμματέας ήταν μεγάλη σε ηλικία με ξεβαμμένα ξανθά μαλλιά και ξεβαμμένο βλέμμα. Σε λίγο βγήκε ο γιατρός, γκριζομάλλης, πρόσχαρος με χοντρά γυαλιά. Πέρασαν στο ιατρείο.
"Η επέμβαση δεν είναι ανώδυνη. Δυστυχώς είναι ασύμβατη με οποιαδήποτε μορφή αναισθησίας. Δεν είναι εύκολο να βγει αυτό από μέσα σας, ξέρετε".
"Θέλω απλά να φύγει", του είπε.

13.1.13

Στο κυριακάτικο τραπέζι


"Στο δικό μου σπίτι δεν επιτρέπονται αυτά, ακούς;" είπε και έριξε ένα χαστούκι.
"Η δική μου κόρη δε θα διαβάζει τέτοια αίσχη, ακούς;" είπε κι έριξε κι άλλο χαστούκι.
Κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο.
Όταν ξεθύμανε, ξεφύσηξε και κοίταξε έξω από το παράθυρο.
"Πού έκανα λάθος με σένα, δε ξέρω. Αλλά βέβαια, η μάνα σου τα φταίει, ποιος άλλος, αυτή σε κακόμαθε".
Έριξε μια ματιά προς τη μισάνοιχτη πόρτα. "Εσύ τα φταις", φώναξε "εσύ την έκανες τέτοια απείθαρχη".
Βγήκε από το δωμάτιο και την άφησε στο πάτωμα.

Αυτή δεν είχε κλάψει. Πάνε χρόνια από τότε που έκλαιγε όταν τη χτυπούσε. Τώρα τα μάτια της ήταν στεγνά πάντα.
Δίπλα της ένα δυο σχισμένες σελίδες του βιβλίου, το υπόλοιπο σιγόκαιγε στη φωτιά του τζακιού. Δεν ήθελε να διαβάζει "αντιχριστιανικά" πράγματα ο πατέρας της. Δεν ήθελε να διαβάζει ποιήματα που μιλούσαν για αμαρτωλά θέματα. Το ήξερε. Αλλά το βιβλίο που βρήκε στο δωμάτιο του θείου, του αγαπημένου της θείου που τον είχε πετάξει ο πατέρας της από το σπίτι, δε μπορούσε να το αφήσει. Το'βαζε κάτω από το προσκεφάλι της. Έφτιαχνε εικόνες στο μυαλό της πρωτόγνωρες και μεθυστικές.
Σηκώθηκε αργά. Μια μελανιά σχηματιζόταν ήδη στο μπράτσο της, εκεί που την είχε αρπάξει.

10.1.13

gran


Ο παπάς μας αποτέλειωσε.
Στο τέλος της τελετής βγήκε και είπε δυο λόγια για τη 'θεία Ρήνα'. Για τα τερλίκια που μας έπλεκε, για το πως τα τελευταία χρόνια ζούσε με τους γονείς μου και η μάνα μου το πρωινό πλεκτό το ξήλωνε το βράδυ. Γιατί θα έπλεκε για όλη την Κοζάνη, σταματημό δεν είχε, πόσα τερλίκια πια θα φορέσουμε; Και μετά έφτασε ο λόγος του στο χαμένο το κορίτσι, την κόρη της γιαγιάς μου που σκοτώθηκε από οβίδα χρόνια μετά τον πόλεμο, εν καιρώ ειρήνης μια ξεχασμένη οβίδα έσπειρε το θάνατο. Δυο παιδιά, λέει, σκοτώθηκαν εκείνη τη μέρα, άλλο τραυματίστηκε και η γιαγιά που είδε την κόρη της να τη φέρνουνε μες τα αίματα άσπρισε σε μια μέρα. "Της είπα", θυμήθηκε ο παπάς,"'θα'ρθεις κυρά-Ρήνα στον Αι-Θανάση;' κι αυτή απάντησε όχι. Από τότε που έχασε την κόρη της, σ' αυτό το δρόμο δεν ξαναπάτησε."
"Θα σε περιμένει στην πόρτα, θα δεις ξανά την κόρη σου", είπε ο παπάς και όλοι πλαντάξαμε στο κλάμα.
Ήταν μια κέρινη κούκλα μέσα στο ξύλινο κουτί της και φορούσε εκείνη τη μπλε λουλουδάτη ρόμπα, από αυτές που φορούσανε τότε όλες στο χωριό οι θειές και μπάμπες. Και τώρα έφυγε και εγώ ξέρω (και ο παπάς το είπε, ο άτιμος καλά τα ξέρει) ότι χάθηκε ανεπιστρεπτί μια εποχή. Η γιαγιά μου ήταν μέρος της εποχής που πηγαίναμε στο χωριό και σκαρφαλώναμε στα δέντρα και κόβαμε τα κεράσια και στο κρυφτό χωνόμασταν σε όλες τις αυλές. Την πρώτη του Γενάρη η γιαγιά έκανε τη βασιλόπιτα που στο χωριό μας είναι τυρόπιτα, πολλά πολλά λεπτά φύλλα μέσα στο μεγάλο το σ'νι. Έκανε γλυκό κολοκύθα και κεράσι και πάντα μας πίεζε να τρώμε. Ο αδερφός μου, μεγάλος πια με τη γυναίκα του, ήρθε και η γιαγιά προσφέρθηκε να κάνει καφέ, και στην άρνηση πρότεινε "Να τηγανίσω λουκάνικα;" Όταν έφηβη έφερα δυο φίλες μου για να βγούμε το 15αυγουστο στο πανηγύρι και να γνωρίσουμε τα ωραία αγόρια από τη Θεσσαλονίκη μάς περίμενε στην αυλή τις 5 που γυρίσαμε. "Ο παππούς ξύπνησε και βγήκε ήδη για ξύλα και εσύ τώρα γυρνάς." Είχε τα 'φερσίματα', να κάνουμε καφέ στο μουσαφίρη, να κεράσουμε το σοκολατάκι και το ξηροκάρπι. 'Ηταν πρώτη στα μασλάτια. Και τώρα στην Κοζάνη, στα 90+ με την άνοια και την αδύναμη καρδιά, όλο ξεχνούσε το όνομα της γάτας μου και τη φώναζε Φρειδερίκη "σαν τη βασίλισσα" και όταν με έβλεπε έλεγε "το κορίτσι τ'άσπρο, το γυρεύν' στο κάστρο". Και μικροί μας έλεγε παραμύθια και ήταν ότι μια γιαγιά πρέπει να είναι.

28.12.12

what she said #3


Την πρώτη φορά που της πήγα γλυκά,  ακούμπησε το κουτί στο τραπέζι και μου ζήτησε να τα δώσω στις νοσοκόμες φεύγοντας.

Σ'ευχαριστώ για τη σκέψη. Αλλά δε με αποσχολούσαν ποτέ οι κοινωνικές συμβάσεις, το 'παίρνω γλυκά γιατί πάω να δω κάποιον'. Συχνά παρεξηγήθηκα από άλλους γιατί δε με ενδιέφεραν αυτά τα ... πρωτόκολλα. Μιλούσαν στη γειτονιά για μένα,, τα γνωστά, ξέρεις... πφ! Με κοίταξε και με σκούντηξε συνενοχικά στο χέρι. Αφού με ξέρεις. Εγώ θέλω τα τσιγάρα μου. Τα τσιγάρα και ίσως, ένα μπουκέτο λουλούδια. Μου λείπει να βλέπω λουλούδια σε βάζα παντού. Τα αγαπούσα πάντοτε. Είναι η υπέρτατη πολυτέλεια.

27.12.12

wishes: a winter tale

mum's christmas tree

Μικρός κάθε παραμονή πρωτοχρονιάς έψαχνε στο σκοτεινό ουρανό τον Αη Βασίλη. Τη μια είχε σύννεφα, την άλλη ξαστεριά, τα άστρα άλλοτε έλαμπαν άλλοτε όχι, τα κλαδιά του διπλανού πεύκου έσειαν τις βελόνες τους όταν είχε βαρδάρη, αλλά ο Άγιος πουθενά. Αργούσε να κοιμηθεί, αλλά ξυπνούσε νωρίς το πρωί κι έτρεχε να ανοίξει τα δώρα του, όλο λαχτάρα που γινόταν κρυφή απογοήτευση. Ο Άγιος Βασίλης του έφερνε τα παιχνίδια που ήθελε αλλά αυτά που πραγματικά ευχόταν και ζητούσε στο γράμμα (ο μπαμπάς να γυρίσει σπίτι, η μαμά να μη κλαίει) δε γίνονταν πραγματικότητα.

Στα 20 του κοιτούσε το σκοτεινό ουρανό για πεφταστέρια. Διακοπές με το αντίσκηνο στο νησί, παραλίες με φωτιές και κιθάρες και αγκαλιά με το κορίτσι. Αιώνια ρομαντικός, βάσιζε στα άστρα τις ελπίδες του, έψαχνε τα πεφταστέρια και ευχόταν, κάθε πεφταστέρι και μια ευχή (να μη χάσει το κορίτσι των διακοπών, να γίνει η απόσταση Θεσσαλονίκη - Αθήνα/Πάτρα/Γιάννενα ένα μηδενικό, να είναι η ζωή πάντα ένα καλοκαίρι). Αλλά ερχόταν το φθινόπωρο, οι σπουδές ή ο στρατός ή η δουλειά, το κρύο, η απόσταση, πού λεφτά για βενζίνες και αεροπλάνα, το κορίτσι των διακοπών γινόταν μια ανάμνηση και κάθε πρωτοχρονιά αποφάσιζε να μη ξαναπιστέψει στα θαύματα, στις ευχές, στη μαγεία.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
 
Creative Commons License
Αυτό το εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά προέλευσης-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Ελλάδα.